Μια σημαντική αλλαγή συντελείται αθόρυβα στην ελληνική ασφαλιστική αγορά. Τα κλασικά ασφαλιστήρια ζωής, που για δεκαετίες αποτελούσαν τη βασική επιλογή όσων αναζητούσαν προστασία και αποταμίευση, χάνουν πλέον έδαφος, ενώ τη θέση τους καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα.

Τα στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος για το 2025 δείχνουν ότι οι ασφαλισμένοι αλλάζουν συμπεριφορά και αναζητούν πλέον λύσεις που δεν προσφέρουν μόνο ασφαλιστική κάλυψη αλλά και προοπτικές απόδοσης για τα χρήματά τους.

Η πιο χαρακτηριστική εξέλιξη της χρονιάς είναι η νέα υποχώρηση των παραδοσιακών συμβολαίων ζωής. Η παραγωγή ασφαλίστρων μειώθηκε κατά 8,4%, πέφτοντας στα 708,8 εκατ. ευρώ από 773,7 εκατ. ευρώ το 2024. Πρόκειται για μία ακόμη χρονιά απωλειών για μια κατηγορία που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε τον αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή της αγοράς.

Την ίδια στιγμή, τα ασφαλιστικά προϊόντα ζωής που συνδέονται με επενδύσεις συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία. Το 2025 κατέγραψαν αύξηση 4,7% και πλέον απορροφούν περισσότερο από το μισό της αγοράς ατομικών ασφαλίσεων, φτάνοντας το 50,2% της συνολικής παραγωγής.

Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή αν συγκριθεί με την εικόνα πριν από επτά χρόνια. Το 2018 η συγκεκριμένη αγορά κινούνταν κοντά στα 320 εκατ. ευρώ. Σήμερα αγγίζει τα 1,29 δισ. ευρώ, έχοντας τετραπλασιαστεί μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία.

Ασφάλιση και επένδυση

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι ολοένα και περισσότεροι αποταμιευτές αναζητούν τρόπους να συνδυάσουν ασφάλιση και επένδυση, ειδικά σε μια περίοδο όπου οι παραδοσιακές μορφές αποταμίευσης εξακολουθούν να προσφέρουν περιορισμένες αποδόσεις.

Εξίσου ισχυρή παραμένει η ζήτηση για συμβόλαια υγείας. Οι ασφαλίσεις ασθενείας, ατυχημάτων και υγειονομικής κάλυψης αυξήθηκαν κατά 6,2%, φτάνοντας τα 569 εκατ. ευρώ. Η τάση αυτή επιβεβαιώνει ότι μετά την πανδημία αλλά και τις συνεχείς πιέσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, όλο και περισσότερα νοικοκυριά επιλέγουν να ενισχύσουν την ιδιωτική τους κάλυψη.

Δυναμική ήταν η εικόνα και στις ομαδικές ασφαλίσεις που προσφέρουν οι επιχειρήσεις στους εργαζομένους τους. Η παραγωγή αυξήθηκε κατά 12,1%, με τα προγράμματα προσωπικού να παραμένουν η μεγαλύτερη κατηγορία της αγοράς. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι παροχές υγείας και ασφάλισης εξελίσσονται σταδιακά σε βασικό εργαλείο προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού από τις επιχειρήσεις.

Άνοδο κατέγραψαν και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα, με αύξηση 12,6% και παραγωγή που έφτασε τα 327 εκατ. ευρώ. Παρότι η αγορά παραμένει χαμηλότερα από τα επίπεδα που είχε καταγράψει πριν από δύο χρόνια, η αυξανόμενη ανησυχία για τις μελλοντικές συντάξεις φαίνεται ότι οδηγεί περισσότερους πολίτες στην αναζήτηση συμπληρωματικών λύσεων.

Την ίδια ώρα, οι τράπεζες εξακολουθούν να κρατούν τα «κλειδιά» της αγοράς. Παρά την ανάπτυξη των ασφαλιστικών δικτύων, το bancassurance παραμένει το βασικό κανάλι διάθεσης ασφαλιστικών προϊόντων, ελέγχοντας το 46% της αγοράς ατομικών ασφαλίσεων.

Χαμηλά ακόμα οι online πωλήσεις

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα ακόμη στοιχείο. Παρά την ψηφιακή μετάβαση που παρατηρείται σχεδόν σε όλους τους τομείς των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, οι online πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων παραμένουν σχεδόν ανύπαρκτες. Το μερίδιό τους περιορίζεται μόλις στο 0,001% της συνολικής παραγωγής, δείχνοντας ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να εμπιστεύονται τον ασφαλιστικό σύμβουλο ή την τράπεζά τους όταν πρόκειται να λάβουν μακροχρόνιες οικονομικές αποφάσεις.

Το μήνυμα που αφήνει η φετινή εικόνα της αγοράς είναι σαφές: οι ασφαλισμένοι δεν αναζητούν πλέον μόνο προστασία. Αναζητούν ταυτόχρονα απόδοση, υγειονομική κάλυψη και συμπληρωματικές λύσεις για το μέλλον τους. Και αυτή η αλλαγή αναδιαμορφώνει με ταχείς ρυθμούς τον χάρτη της ιδιωτικής ασφάλισης στην Ελλάδα.